Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Πεντηκοστή. Πύρινες γλώσσες.

Γιατί το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας;

του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα. Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ήμερα της Ανάστασης, το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.

Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Αγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φώς και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Αγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.

Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω άπό τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή,την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να μάθουν με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ό Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10,20). Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το όποιο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.

Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντας σου δάκρυα στα μάτια;

Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.
Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.

Πεντηκοστή. Γονυκλησία.


Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής;
 
 
του Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ

«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με.
Ανάστησέ με. Σώσε με!…»

Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.

σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

Πεντηκοστή. Θεία Χάρις

Πως ενεργεί η Θεία Χάρις
του Ιωσήφ του Βατοπεδινού 

  
Με το γεγονός της Πεντηκοστής, που κατήλθε το Άγιο Πνεύμα στα μέλη της Εκκλησίας, δεν υπάρχει καμιά μορφή αδυναμίας στην ανθρώπινη φύση. Ο μέχρι τώρα αδύναμος άνθρωπος, ο οποίος ήταν παιχνίδι του διαβόλου και του θανάτου, γίνεται ισχυρός ώστε να «πατεί επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Η Χάρις που μένει πάντοτε μαζί μας είναι «η επαγγελία του Πατρός» την οποία ο Κύριος υποσχέθηκε. Δεν φοβόμαστε ούτε τα πάθη, ούτε την αμαρτία, ούτε τις κακές μας συνήθειες, ούτε το σατανά, ούτε και αυτόν τον θάνατο, εφ’ όσον μένει μαζί μας «εις τον αιώνα ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας».

Αυτό που μας απασχολεί είναι, αν αυτός ο Παράκλητος ενεργεί μέσα μας και πραγματοποιεί τον αγιασμό μας. Να πω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο σαφής. Υποτίθεται ότι μας έχουν δώσει ένα όπλο ισχυρό να αμυνόμαστε και να πολεμάμε τους εχθρούς μας. Αν δεν λειτουργεί αυτό το όπλο, τότε τί ωφελεί που το κρατούμε; Πιστεύομε ότι μαζί μας είναι η θεία Χάρις, όπως μας παραδίδει η Εκκλησία; Θα με ρωτούσε ίσως ένας και θα μου έλεγε. Αφού λοιπόν είναι έτσι, γιατί έχομε τόσες αδυναμίες; Γιατί μας κατανικά η αμαρτία; Γιατί μας κατατροπώνει ο σατανάς; Γιατί φοβόμαστε; Γιατί δειλιάζουμε; Γιατί οπισθοχωρούμε; Γιατί δεν προοδεύομε; Ας δούμε αυτο το θέμα με ιδιαίτερη προσοχή.

Εάν εμείς φυλάττουμε την πίστη μας, τηρούμε τις εντολές και αποστρεφόμαστε την ενέργεια της αμαρτίας μέχρι και αυτήν την προσβολή, τότε φυσικά, μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, αμέσως αυτή ενεργεί· δεν μας δίδει μόνο θάρρος και δύναμη, αλλά και στο σατανά προκαλεί φόβο και φρίκη. Αυτός είναι ο τρόπος του θριάμβου και της νίκης.
Εάν όμως ραθυμούμε και αφήνουμε τα καθήκοντα μας και δεν αμυνόμαστε όταν δίδεται αφορμή πάθους ή πολέμου της αμαρτίας, τότε, όταν επικαλούμαστε τη Χάρη, αυτή δεν ενεργεί. Λέει η Ιστορία ότι κάποτε ο Ιουλιανός ο παραβάτης μυήθηκε στη μαγεία. Από μικρός, παρ’ όλο που ήταν χριστιανός, ήθελε να απωθήσει τη χριστιανική του πίστη. Ήταν από μικρός κακοήθης. Ασπάσθηκε, λοιπόν, τη μαγεία για να επαναφέρει πίσω τα ειδωλολατρικά έθιμα, τα όποια είχαν καταργήσει οι προγενέστεροι.

Όταν πήγε στο μέρος που τον δίδασκαν τα ανάλογα μαθήματα της μαγείας, μόλις είδε τις διάφορες μορφές των δαιμόνων και την αγριότητά τους, τρόμαξε και έκανε το σταυρό του. Κάνοντας το σταυρό του, έφευγαν οι δαίμονες και δεν μπορούσε ο μάγος να κάνει αυτό που ήθελε. Όποτε τον συμβούλευσε ο μάγος να σταματήσει να κάνει το σταυρό του, αλλά αυτός δεν μπορούσε. Μπροστά στη φρίκη και το φόβο, σταυροκοπιόταν από τη συνήθεια που είχε σαν χριστιανός· και έτσι οι δαίμονες τρέπονταν σε φυγή. Σκέφθηκε λοιπόν ο μάγος κάτι ανάλογο με την πονηρία του. Τον έβαλε λοιπόν και σκότωσε ένα παιδάκι και κράτησε την καρδιά του παιδιού στο χέρι του· λόγω δε της «κατ’ ενέργειαν» αμαρτίας, δεν επιδρούσε η δύναμη του σταυρού και δεν έφευγαν οι δαίμονες πλέον.

Η θεία Χάρις σ’ εμάς που είμαστε χριστιανοί και δεν αρνηθήκαμε τον Χριστό, είναι μαζί μας, ενωμένη υποστατικά. Πώς λοιπόν αμαρτάνουμε και δεν μπορούμε να αντισταθούμε στα πάθη μας; Ακριβώς γιατί παραχαράζουμε το καθήκον μας το χριστιανικό που υποσχεθήκαμε στο βάπτισμα. Πολλές φορές την μεν αμαρτία, σαν αποτέλεσμα, δεν την θέλομε, τα αίτια όμως που την προκαλούν τα ερεθίζομε και τότε κατ’ ανάγκην πέφτομε. Το ότι τόσο εύκολα αμαρτάνουμε, είναι σημείο ότι δεν φυλάττουμε τις εντολές. Δεν είμαστε πραγματικά πιστοί.

Η θέση μας προς τον Θεό είναι καθαρά υιική και επομένως πιστεύομε στο Θεό διότι τον αγαπούμε· και επειδή τον αγαπούμε, τον πιστεύομε και εφαρμόζουμε με λεπτομέρεια αυτό που θέλει. «Εκείνος έστιν ο αγαπών με, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς». Προσφέρουμε έμπρακτα την αγάπη μας προς το Θεό, όπως και Αυτός τόσο πλούσια την πρόσφερε σε μας, διότι «πρώτος ημάς ηγάπησεν». Τότε μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, που είναι δική Του δωρεά, αμέσως ενεργεί και ολοκληρώνει την προσωπικότητά μας. «Αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, ιερέας τέλειοι, πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». «Πάντα ισχύομεν εν τω ένδυναμούντι ημάς Χριστώ» κατά τον Παύλο. Ο Χριστός που μας δίνει δύναμη, είναι η θεία Χάρις, που την πήραμε στο βάπτισμα και τη συντηρούμε με τη συνεχή μετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας.
Εάν βιάσουμε τον εαυτό μας και γίνομε ειλικρινείς στις υποσχέσεις μας προς τον Θεό, τηρώντας με λεπτομέρεια τις εντολές Του, μετανοούντες ειλικρινά στα λάθη που κάνομε, τότε η θεία Χάρις, που είναι μέσα μας, βλέποντας τη συνέπειά μας, δείχνει ενεργά την παρουσία της. Ο χαρακτήρας μας που είναι ασθενής γίνεται ισχυρός και η αμαρτία γίνεται ανίσχυρη, διότι αποδυναμώνεται με την παρουσία της Χάριτος. Ο διάβολος φεύγει μόνο με την επίκληση της Χάριτος, γιατί ξέρει τι έχει να πάθει.

Ακριβώς για να κατεργαστούμε τη σωτηρία μας με τόση λεπτομέρεια εμείς οι μοναχοί, εγκαταλείψαμε τον κόσμο και φύγαμε μακριά από τα αίτια. Βρισκόμαστε σ’ έναν απερίσπαστο χώρο με ελάχιστες μέριμνες, για να είμαστε αφυπνισμένοι και προσεκτικοί, όχι μόνο στο να μην αμαρτάνουμε – αυτό είναι εισαγωγικό – αλλά, μετά από αυτό, να φθάσουμε στο σημείο που να θέλουμε μόνο να κάνουμε το καλό. Ζούμε μόνο για να τηρούμε το θέλημα του Θεού. Αυτός είναι ο κεντρικός στόχος και προορισμός μας από την αρχή της δημιουργίας μας, ιδιαίτερα τώρα, μετά την πτώση, που ξεγελαστήκαμε και κατρακυλήσαμε στα δόντια του θανάτου. Τώρα με περισσότερη φροντίδα αγωνιζόμαστε, ώστε και από το μύλο του θανάτου να απαλλαγούμε, και να κληρονομήσουμε τις επαγγελίες που μας χάρισε ο Θεός με την παρουσία Του. Ούτε τα σπίτια θα μας ωφελήσουν, ούτε τα εργόχειρα μας χρειάζονται, ούτε τα συστήματα και τα προγράμματα και τα τυπικά. Αυτά κατ’ ανάγκην τα κάνομε για να καλύψουμε τις υλικές ανάγκες της ζωής μας, αφού έχομε και σώμα. Αλλά ποτέ δεν μας απασχολούν αυτά, ούτε σε αυτά αποβλέπομε, ούτε τα μετρούμε, ούτε τα υπολογίζουμε. Γι’ αυτό και με την παραμικρή αφορμή, αν δούμε ότι κινδυνεύει η σωτηρία μας, τα πετάμε και φεύγομε αμέσως, για να κερδίσουμε το σκοπό μας.

Και όλη η προσπάθεια θα είναι αυτή. Κάθε τί που κινείται μέσα μας, το εξετάζομε· κάθε σκέψη, κάθε ερεθισμός που προκαλείται μέσα μας, τον αρπάζουμε και τον ρωτούμε: Είσαι δικός μας ή εχθρός, «ημέτερος ει ή των υπεναντίων;». Εξετάζουμε τί σκοπό έχει αυτή η σκέψη, τί σκοπό έχει αυτός ο λογισμός. Και εάν πραγματικά και ειλικρινά το ερευνούμε, αμέσως βρίσκομε την αφορμή και τότε με κατάλληλη μέθοδο πολεμούμε και αποβάλλουμε τις σκέψεις τις εμπαθείς από τη σύλληψή τους. Έτσι αποφεύγομε να συγκρουστούμε με τα πάθη και τις αμαρτίες.

Εάν, -εύχομαι να μη γίνει αυτό-, μας παρασύρουν, και οι σκέψεις γίνουν πραγματικότητες και μας νικήσουν, δεν θα παραδώσουμε τη σκυτάλη, αλλά με τους τρόπους της ειλικρινούς μετανοίας θα πενθήσουμε. Έτσι θα πείσουμε τη θεία Χάρη που είναι μέσα μας να μην προσβληθεί και φύγει, αλλά να μας συμπαθήσει και ταυτόχρονα να μας δυναμώσει, ούτως ώστε να απωθήσουμε τον πονηρό, ο οποίος μας παρέσυρε, και στο εξής, έχοντας σαν λάφυρο την πείρα, να γίνουμε προσεκτικότεροι. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη μετάνοια, που είναι και το νόημα της εδώ ζωής μας.

Η κύρια προσπάθεια είναι να μη σταματήσουμε στην εισαγωγική μετάνοια, αλλά να φθάσουμε στο τελευταίο σκαλοπάτι της απαθείας. Εκεί που γίνονται τα λάθη, οι απροσεξίες, τα πάθη, οι ήττες, τώρα να μπουν οι αρετές· σιγά-σιγά, με τη βοήθεια της θείας Χάριτος μετά τις αρετές θα έρθουν τα χαρίσματα, οπότε θα φανεί ολοκάθαρα ότι μετέχομε στις υποσχέσεις του Ιησού μας και γινόμαστε κληρονόμοι του Θεού και «συγκλη­ρονόμοι του Υιού Αυτού», ο οποίος τόσο πολύ «ηγάπησεν ημάς».
Αμήν.

«Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…»

 τοῦ πρωτ. π. Γ. Δορμπαράκη

Δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά Ἱεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του Ἀνάληψη, ὁ Ὁποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει “εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 13).

῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο “ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας” καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκῆ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.


῎Ετσι ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχῆ κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, “ἀπό δόξης εἰς δόξαν”. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. “Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: “Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ” (Ρωμ. η´ 9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός “ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας”.


Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: “᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς” (᾽Ιωάν. ιϛ´ 7).


῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – “οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (᾽Ιωάν. ϛ´ 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ” (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι “οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ” (᾽Ιωάν. ιδ´ 6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι “σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γιατί ὅποιος ἔχει τό Ἅγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.


Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό Ἅγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. Ἀλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. Ἀπαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν “εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα”. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. “Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ” (Ρωμ. θ´ 16).


Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.

 
 Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στήν βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό “ἐλεύθερο” νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τήν θέωση.

Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει “νάρκη” στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι, ὥστε ἐμεῖς νά Τόν “κανονίζουμε” στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού “βιαζόταν” ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.


Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μιὰ ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κεκλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε “συγκληρονόμοι Χριστοῦ” (Ρωμ. η´ 17).

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Η παραβολή του μολυβιού.

Ὁ ἄνθρωπος «μοιάζει» μέ ἕνα μολύβι! Ναί! Καί μάλιστα σέ πέντε σημεῖα! Ἄν τά προσέξουμε θά θυμόμαστε καλύτερα, πῶς πρέπει νά ζοῦμε καί νά συμπεριφερόμαστε μέσα στόν κόσμο. Αὐτά τά σημεῖα εἶναι τά ἑξῆς:

 1. Ἕνα μολύβι εἶναι τελείως ἄχρηστο, ἄν δέν ὑπάρχει ἕνα χέρι πού τό κρατᾶ, γιά νά γράφει. Αὐτό τό χέρι γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ὁ Θεός. Μποροῦμε νά «γράψουμε» ἱστορία μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός στό «Πάτερ ἡμῶν» νά λέμε: Γενηθήτω τό θέλημά Σου. 

2. Ὅταν γράφουμε, πότε-πότε πρέπει νά χρησιμοποιοῦμε τήν ξύστρα. Αὐτό κάνει τό μολύβι νά ὑποφέρει λίγο, ἀλλά τελικά εἶναι πιό μυτερό. Καί γι᾿ αὐτό γράφει καλύτερα. Τόν ἴδιο ρόλο παίζουν οἱ δοκιμασίες καί οἱ θλίψεις στή ζωή μας: Ἄν δείξουμε ὑπομονή, μᾶς κάνουν καλύτερους ἀνθρώπους. Ἀφοῦ, αὐτές εἶναι τό ἔσχατο μέσο τοῦ Χριστοῦ γιά νά θεραπεύσει τόν ἄρρωστο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ Χριστός: Στόν κόσμο θά ἔχετε θλίψη καί πόνο. Μά ἔχετε θάρρος! Ἐγώ τόν ἐνίκησα τόν κόσμο (=τό ἁμαρτωλό φρόνημα τοῦ κόσμου) (Ἰωάν. 16,33). 

3. Τό μολύβι μᾶς ἐπιτρέπει πάντοτε νά χρησιμοποιοῦμε γόμα, γιά  νά σβήνουμε τά λάθη τῆς γραφῆς μας. Ἔτσι καί ἡ μετάνοια-ἐξομολόγηση εἶναι ὁ μόνος τρόπος γιά τό «σβύσιμο», τήν διόρθωση τῶν λαθῶν - ἁμαρτιῶν μας. Αὐτό γίνεται μέσῳ τοῦ ἱερέα - πνευματικοῦ πατέρα, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἀποστόλους: Ὅποιου συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τοῦ συγχωρηθοῦν· καί ὅποιου θά τίς κρατήσετε  ἀσυγχώρητες, θά μείνουν ἀσυγχώρητες (Ἰωάν. 20,23). 

4. Στό μολύβι, αὐτό πού στήν οὐσία ἔχει σημασία δέν εἶναι τό ξύλο ἤ τό ἐξωτερικό του σχῆμα, ἀλλά ὁ γραφίτης πού περιέχει. Ἔτσι καί στόν ἄνθρωπο, τό πιό οὐσιαστικό πρᾶγμα εἶναι τό ἐσωτερικό του περιεχόμενο: τί ἔχει ἡ καρδιά του. Γιατί, ἀπό τήν καρδιά του πηγάζουν ὅλα τά πάθη - ἁμαρτωλές συνήθειες, ὡς λογισμοί - σκέψεις. Καί μετά γίνονται πράξεις. Καί ἀποξενώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Κύριο καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό. Γι᾿ αὐτό καί ἀπαιτεῖται συνεχής ἔλεγχος. Τί σκέφτομαι; Τί αἰσθάνομαι; Τί ἐπιθυμῶ; Καί ὅ,τι ἀνακαλύπτω, νά τό ἀναφέρω στόν ἱερέα - πνευματικό πατέρα, ὥστε νά δώσει τό κατάλληλο πνευματικό φάρμακο πρός θεραπεία. 

5. Τέλος, κάθε μολύβι ἀφήνει ἕνα σημάδι, ἕνα ἴχνος πάνω στό χαρτί. Ἔτσι καί τά «γραπτά» μας (=οἱ ἐνέργειες - πράξεις μας) ἀφήνουν μοναδικά ἴχνη - σημάδια στή ζωή μας. Μέ συνέπειες καί στήν ἐπίγεια ζωή μας καί στήν αἰωνιότητα. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος γράφει: Ὅταν λοιπόν θά ἔρθει ἡ ὥρα πού ὅλο τό σύμπαν θά διαλυθῆ μέ τρομερό πάταγο, πόσο ἅγια πρέπει νά εἶναι ἡ συμπεριφορά μας καί μέ πόση εὐσέβεια νά εἶναι γεμάτη ἡ ζωή μας ὅσον καιρό θά προσμένουμε μέ λαχτάρα καί ζῆλο τόν ἐρχομό τῆς ἡμέρας τοῦ Θεοῦ! (Β΄ Πέτρ. 3, 11-12).

*    *    *
Ἄς γράψουμε λοιπόν «κείμενα» - πράξεις καί σκέψεις τῆς ζωῆς μας ἄξια τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σας. Δηλαδή πάντοτε σύμφωνα μέ τό θέλημα Του. Γιατί, μόνο τότε ὁ Χριστός κατοικεῖ στίς καρδιές μας.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
Μηνιαίο Περιοδικό Ι.Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης Αρ. Φύλλου 329 Δεκέμβριος 2010
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ShareThis

Βιβλιοπαρουσιάσεις... Photobucket Photobucket Photobucket Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό

Πιο δημοφιλείς...

Εικονοστάσι